εξυγίανση


εξυγίανση
[эксигианси] ουσ. Θ. оздоровление.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "εξυγίανση" в других словарях:

  • εξυγίανση — η 1. θεραπεία. 2. απαλλαγή τόπου από νοσογόνες εστίες. 3. μτφ., επαναφορά σε καλή κατάσταση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποπληθωρισμός — Η δέσμη οικονομικών, δημοσιονομικών, κοινωνικών και πολιτικών μέτρων που καθορίζει η κυβέρνηση μιας χώρας, για την ταχύρυθμη ή σταδιακή αντιμετώπιση του πληθωρισμού και την εξυγίανση της εθνικής οικονομίας. Σύνηθες δυσάρεστο παρακολούθημα του α.… …   Dictionary of Greek

  • εξυγία(ν)ση — η 1. η καταπολέμηση και εξουδετέρωση τών παραγόντων που ευνοούν την ύπαρξη μολυσματικών εστιών σε κάποιο τόπο με κατάλληλα υγειονομικά μέτρα 2. η επαναφορά σε ικανοποιητική κατάσταση με επίλυση τών προβλημάτων και εξουδετέρωση τών ελλείψεων («η… …   Dictionary of Greek

  • εξυγιαντικός — ή, ό αυτός που αναφέρεται ή συμβάλλει στην εξυγίανση. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • μεταρρύθμιση — Αν και αρχικά ονομάζονταν μεταρρυθμιστές μόνο οι οπαδοί του Καλβίνου, από τον 18o αι., με τον όρο θρησκευτική ή προτεσταντική Μ. ή απλώς Μ. χαρακτηρίζεται το θρησκευτικό, πολιτικό και πνευματικό εκείνο κίνημα, που, κατά τον 16o αι., προκάλεσε τη… …   Dictionary of Greek

  • πρόσοδος — Όρος που χρησιμοποιείται για το σύνολο των εσόδων που εισπράττει περιοδικά ένα πρόσωπο (τόκοι, μερίσματα, ενοίκια, διατροφές κλπ.), ή γενικότερα για το εισόδημα που έχει κάποιος χωρίς να εργάζεται. Στην οικονομία η π. (ή συνηθέστερα η έγγεια π.) …   Dictionary of Greek

  • υγίανση — η / ὑγίανσις, άνσεως, ΝΑ, και δ.τ. ὑγίασις Α [ὑγιαίνω] η αποκατάσταση τής υγείας, θεραπεία νεοελλ. μτφ. η μετατροπή ενός τόπου ή ενός χώρου σε υγιεινό, με επίλυση τών προβλημάτων και εξουδετέρωση τών ελλείψεων, εξυγίανση …   Dictionary of Greek

  • αγροτική μεταρρύθμιση — Οργανικό σύνολο νομοθετικών και διοικητικών μέτρων, με τα οποία τροποποιείται η κατανομή και η διάρθρωση της έγγειας ιδιοκτησίας, με σκοπό τη βελτίωση της θέσης των αγροτών, την επίλυση των προβλημάτων ανεργίας ή υποαπασχόλησης στις αγροτικές… …   Dictionary of Greek

  • Δημήτριος ο Φαληρεύς — (Φάληρο περ. 350 π.Χ. – ;). Αθηναίος πολιτικός και συγγραφέας. Σπούδασε στην Περιπατητική σχολή του Θεόφραστου και έγραψε σχόλια στα ομηρικά έπη και μια συλλογή χρήσιμων αποφθεγμάτων, σημαντικό μέρος της οποίας αποτελούσαν τα Αποφθέγματα των επτά …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Γραμματεία και Λογοτεχνία — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑ H λέξη ιστορία συνδέεται ετυμολογικά με τη ρίζα Fιδ , η οποία σημαίνει «βλέπω», και υπό αυτή την έννοια ιστορία είναι η αφήγηση που προκύπτει από έρευνα βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση. Τα κείμενα των αρχαίων… …   Dictionary of Greek